Το Πικρό Τσάι της Ξενιτιάς

Κάθε ξημέρωμα και σε κάθε ρεπό

Skiathos

(σαν από Τα Πρωινά Μετά)

Από το παράθυρο του τη βλέπει κάθε ξημέρωμα να περπατάει στην ταράτσα.

Τόσο καιρό που την παρακολουθεί ξέρει τον ήχο του αυτοκινήτου της. Ακούει τη μηχανή να σβήνει και την πόρτα να κλείνει. Ακούει το τρίξιμο της αυλόπορτας. Στα λίγα δευτερόλεπτα που δεν τη βλέπει ξέρει ότι περπατάει στο πλακόστρωτο της αυλής, κάθεται στο πρώτο σκαλοπάτι και βγάζει τα παπούτσια της. Ξυπόλητη ανεβαίνει την ξύλινη σκάλα και μόλις πατάει το πόδι της στο τσιμέντο οι ώμοι της σηκώνονται και κατεβαίνουν – γιατί παίρνει ανάσα μόλις αντικρίζει τη θέα.

Είναι μικρό το νησί και πιο μικρό το χωριό. Και το όνομα της είναι γνωστό και το πού πάει τα βράδια. Κι επειδή δεν ξέρουν τί έκανε πριν έρθει στο νησί την παρακολουθούν και βγάζουν ιστορίες από το μυαλό τους. Κι όπως τη βλέπει ο Πάνος κάθε ξημέρωμα έτσι μπορεί να την είδαν και άλλοι. Να στηρίζεται στο κάγκελο, να κοιτάζει το νερό και να καπνίζει ένα τελευταίο τσιγάρο.

Από το Μάη μέχρι το Σεπτέμβριο, κάθε βράδυ που δουλεύει η ίδια ιστορία. Αυτοκίνητο, πόρτα, αυλή, παπούτσια, σκάλα, ταράτσα, ανάσα. Και τις μέρες που δε δουλεύει περνάει όλο το απόγευμα εκεί πάνω. Οι μέρες που έχει ρεπό είναι οι αγαπημένες του Πάνου. Τη χαζεύει να κάθεται στη μεγάλη πολυθρόνα με τα χρωματιστά μαξιλάρια και υπνωτίζεται με τα πόδια της που αιωρούνται καθώς γυρνάει αργά αργά τις σελίδες.

Δεν την αναζητά πουθενά αλλού. Οι κουτσομπόληδες του νησιού πηγαίνουν στο μαγαζί που δουλεύει και προσπαθούν να τη φλερτάρουν ή να μάθουν περισσότερα. Πού και πού, όταν τυχαίνει να περάσει από το Pure ο Πάνος – κι αυτό επειδή επιμένει κάποιος από την παρέα – παρακολουθεί από το τραπέζι απέναντι την ίδια βουβή ταινία. Κάποιος της γελάει, της μιλάει, σκύβει προς το μέρος της και επιμένει ενώ εκείνη χαμογελάει και απομακρύνεται ελαφρά όσο πιο πολύ επιμένει ο επίδοξος εραστής – ανυπόμονος όχι να τη ρίξει στο κρεβάτι αλλά να πει της επόμενη ότι την έριξε στο κρεβάτι. Έξι μήνες τώρα δεν το κατάφερε κανείς. Που να τον πιστέψουν οι άλλοι δηλαδή, γιατί φαφλατάδες υπάρχουν πολλοί.

Εκείνη συνεχίζει να επιστρέφει τα βράδια μόνη της –  αυτοκίνητο, πόρτα, αυλή, παπούτσια, σκάλα, ταράτσα, ανάσα – και να διαβάζει στα ρεπό της. Μόνο σήμερα το απόγευμα άλλαξε η ρουτίνα και ο Πάνος ξαφνιάστηκε τόσο που άνοιξε την κουρτίνα και στεκόταν έτσι στα φανερά μέχρι που τον έπιασε να την κοιτάει. Ενώ το πόδι της έκανε πάλι βόλτες πάνω από το τσιμένο, χτύπησε το τηλέφωνο της. Το κοίταξε αρκετή ώρα πριν απαντήσει κι αντί να πει δυο τρεις κουβέντες και να κλείσει – όπως έκανε συνήθως – σηκώθηκε κι έπεσε το βιβλίο της στο πάτωμα. Περπάτησε από τη μία άκρη της ταράτσας μέχρι την άλλη και πάλι από την αρχή με το τηλέφωνο στο αυτί της. Ο Πάνος δε μπόρεσε να ακούσει τίποτα. Μόνο τον ήχο του τηλεφώνου που έσπασε όταν το έριξε με δύναμη στο τσιμέντο άκουσε. Κι ήταν τόσο αναπάντεχη αυτή η κίνηση που ο Πάνος στάθηκε σα χαζός μπροστά στο παράθυρο.

Όταν σήκωσε τα μάτια της και τον είδε ο Πάνος δε μπορούσε να κουνηθεί. Μέχρι που ντράπηκε να βλέπει τα δάκρυα της να κυλάνε χωρίς το πρόσωπο της να αλλάζει έκφραση, χωρίς τους ώμους της να κουνιούνται από λυγμούς, και έκλεισε απαλά το πατζούρι.

 

 

1 comment to Κάθε ξημέρωμα και σε κάθε ρεπό

Leave a Reply

You can use these HTML tags

<a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>