Ξέρει πού είναι οι διαδρομές σου.
Πού πέφτει το πόδι σου κάθε φορά, το μικρό στρώμα σκόνης που σηκώνουν τα πάνινα παπούτσια, το αποτύπωμα.
Έχει πεθάνει κι έχει αναστηθεί σε κάθε στιγμή που φεύγει το πόδι σου από τη γη μέχρι να ξαναπέσει σ’αυτήν.
Σε κάθε τέτοια στιγμή νιώθει πως θα αναδυθείς, δε θα σε κρατήσει η γη, πως θα πετάξεις, θα χαθείς.
Και ονειρεύεται.
Στους δρόμους που περπατάς, εκεί που κάθε μέρα περνάς, γελάς, χαιρετάς…
… εκεί που ποτέ δεν βλέπεις (άνοιξε τα μάτια σου).
Σου άφησε μια αγάπη σε μέταλλο – μια αγάπη από μέταλλο.
Με γράμματα που δεν τα έχουν τα βιβλία, με χαμόγελα που δεν τα έχει κανένα πρόσωπο. Τα κρύβουν τα μηνύματα που σου στέλνει – αν τα κοίταξες ποτέ.
Με μικρά λευκά γράμματα – θολά στις άκρες – πουλιά που πετάνε μόνο για σένα.
Από όλο το γράμμα (να το δεις, να το αγαπήσεις, να αφήσεις ένα φιλί εκεί) κρατάω αυτό το elpizw na kratisei gia pada.
Κι εγώ.
————–
Παραγγελιά για τον Χρίστο (που το ζήτησε) και την καρδιά του που αυτά τα πράγματα τα βλέπει, τα απαθανατίζει και θέλει να τα δει να γεννάνε κάτι ακόμα.




Leave a Reply