Το Πικρό Τσάι της Ξενιτιάς

Οι μέρες που δεν τελείωνε η ομίχλη

And then, the little red riding hood went past.

Εκείνο το καλοκαίρι το πέρασε όλο μπροστά ή πίσω από το παράθυρο.

Την έβλεπα καμιά φορά να κάθεται στο μεγάλο πεζούλι, κυρίως τα απογεύματα όταν έπεφτε ο ήλιος. Διάβαζε κάποιο βιβλίο – οι γωνίες του εξώφυλλου φαγωμένες να στρέφονται προς τα έξω – και κούναγε τα πόδια της πάνω κάτω. Το σπίτι μέσα παρέμενε ήσυχο μέχρι να πάει να ανοίξει τα φώτα. Αργότερα.

Τα πρωινά την έβλεπα μέσα από το παράθυρο, να κάθεται στην παλιά πολυθρόνα και να διαβάζει. Δεν ξέρω πως δεν την ενοχλούσε ο ήλιος. Η δροσιά τα πρωινά και τα μεσημέρια ήταν μέσα στο πέτρινο σπίτι. Φανταζόμουν τα πέλματα της να ακουμπάνε στο παλιό πάτωμα. Από νωρίς.

Δεν έχω ιδέα πού έβρισκε όλα τα βιβλία αλλά νομίζω ότι δεν έκανε τίποτα άλλο εκείνο το καλοκαίρι. Μόνο διάβαζε.

Πού και πού μαγείρευε. Αλλά τίποτα άλλο. Ούτε επισκέψεις. Ούτε οι θείες της δεν πήγαιναν.

Απέκτησα το συνήθειο να την παρακολουθώ, να την ψάχνω.

Μου άρεσε να βλέπω τα γυμνά πόδια της να χαϊδεύουν τον παλιό σοβά στον τοίχο. Κατέβαινε στην αυλή έτσι, ξυπόλητη, ηλιοκαμμένα πόδια, φτέρνες λίγο σκασμένες από τον ήλιο και την ξυπολησιά.

Έψαχνα τα χέρια της, νύχια λίγο μακριά, σαν έφηβης, να κρατάνε το βιβλίο μπροστά στο πρόσωπο της.

Κυρίως όμως, ήθελα να παρακολουθώ το πρόσωπο της όταν ήταν στις τελευταίες σελίδες ενός βιβλίου.

Κάποιες φορές σήκωνε τα φρύδια της, τα μάτια της τρέχαν στις γραμμές πιο γρήγορα, σήκωνε το βιβλίο πιο κοντά στο πρόσωπο της και έχανα την έκφραση της.

Κάποιες φορές έσμιγε τα φρύδια της και τα κρατούσε έτσι για ώρα, ίσως ξεφυσούσε, καμιά φορά πέταγε το βιβλίο κάτω εκνευρισμένη.

Μια φορά – μόνο μια φορά όλο το καλόκαίρι, την είδα να φέρνει το χέρι της στο στόμα της και να κλαίει, μεγάλα δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλα της. Χάιδεψε τη σελίδα και έφερε το βιβλίο στο στήθος της.

Δεν ξέρω αν με κατάλαβε. Δεν ξέρω αν ένιωσε ποτέ ότι ήμουν εκεί.

Αν και θέλω να πιστεύω πως η απάντηση είναι ναι.

Αρχές του Σεπτέμβρη, μέσα στο πέτρινο σπίτι προστατευμένη από τη ζέστη, τη βρήκα να κλαίει κάτω από τα σεντόνια. Ήξερα πως είναι εκείνη γιατί ξέρω πώς διαγράφεται το σώμα της. Τόσες φορές που το ανακάλυψα από τότε που είμασταν παιδιά.

“Μου λείπεις”, μου είπε.

Όχι.

“Μου λείπεις”, είπε στη φωτογραφία μου.

Ανυπομονώ, καμιά φορά, ανυπομονώ να διαλυθεί αυτή η μικρή ομίχλη που έχω γίνει. Δε θέλω να την παρακολουθώ, δε θέλω να περνάω μέσα από τον τοίχο για να τη δω, δε θέλω να λαχταράω να φιλήσω τις γάμπες της και να μη μπορώ.

Δε θέλω να τη βλέπω να κλαίει, χωρίς να γλύφω τα δάκρυα της και να φιλάω τα μάτια της.

Δε θέλω άλλο να νιώθω όλη αυτή την ανημποριά, να περνάει το σώμα της μέσα από τα χέρια μου… να περνάνε τα χέρια μου μέσα από το σώμα της και να είναι πάλι αέρας.

Εγώ το ξωτικό.

Εγώ το στοιχειό.

Η μάνα μου έλεγε πως ο θάνατος είναι λύτρωση.

Αναρωτιέμαι για ποιον.

 

3 comments to Οι μέρες που δεν τελείωνε η ομίχλη

  • Maria

    Apla uperoxo….!

  • WOManizer Zero

    >>Η μάνα μου έλεγε πως ο θάνατος είναι λύτρωση.
    >> Αναρωτιέμαι για ποιον.

    Για όποιον το ηλιοβασίλεμα είναι βάρος.
    Για όποιον το να αγαπά είναι αγγαρεία.
    Για όποιον δεν έμαθε να τα πίνει με το λάθος.
    Για όποιον η Ιθάκη είναι αβαρία.

    Για όποιον δεν έμαθε να ζει.

  • Apollonia

    Τα κείμενά σου αποτελούν πηγή έμπνευσης για μένα! Ιδιαίτερα, ξεχωριστά, πρωτότυπα. Μπράβο!

Leave a Reply

You can use these HTML tags

<a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>