Δήγμα Γραφής | Μια ιστορία για τη μικρή μου ιστορία

June 27th, 2011 § 0 comments § permalink

Πριν από λίγο καιρό ο Γιάννης Φαρσάρης με κάλεσε πολύ ευγενικά να γράψω κι εγώ κάτι για μία συλλογή από μικρές ιστορίες. Λίγες λέξεις και καλές μου ζητήθηκαν.

Παρέδωσα λίγες – το καλές είναι στην κρίση όσων το διαβάσουν.

Σίγουρα όμως ήταν προσωπικές και τρυφερές λέξεις, που τις άκουσα (αν όχι κάτω από το τραπέζι όπως λέει το σύντομο βιογραφικό μου) τότε στο σαλόνι του σπιτιού όπου κυκλοφορούν όνειρα και φαντάσματα από φίλους και συγγενείς.

Ένας τέτοιος φίλος της οικογένειας, μου έδωσε απλώχερα αυτή την άνοιξη ένα πρόσωπο με λακκάκια στα μάγουλα κι από κει ξεπήδησε η μικρή μου ιστορία, “Το πανέρι με τα άπλυτα“.

Είμαι για πάντα ευγνώμων στους ανθρώπους που μοιράζονται ιστορίες μαζί μου και μου επιτρέπουν να τις τεντώνω κατά αυτό τον τρόπο. Κι ελπίζω ότι δεν τις καταστρέφω, ότι απλά τις στραπατσάρω λίγο.

Το δήγμα γραφής – μια ντουζίνα και τρία διηγήματα μπορείτε να το κατεβάσετε σε ένα σωρό μορφές (ναι και σε ebook) εντελώς δωρεάν.

Ο άθλος οργάνωσης και αφοσίωσης είναι του Γιάννη Φαρσάρη που έχει ήδη γράψει το Johnnie Society και την 7η εσπερινή.

Στο δήγμα γραφής, θα βρείτε ιστορίες από:

  • Άκης Βαΐου
  • Σοφία Γκιούσου
  • Σοφία Δευτερίγου
  • Κατερίνα Θεριουδάκη
  • Θοδωρής Κούτρης
  • Ελένη Κοφτερού
  • Στέφανος Λίβος
  • Βασίλης Πουλημενάκος
  • Μαρία Ρογδάκη
  • Ελ Ρόι
  • Ελένη Σεμερτζίδου
  • Παναγιώτης Σιμιτσής
  • Νικόλας Σμυρνάκης
  • Γιάννης Φαρσάρης
  • Μιχάλης Χαραλαμπάκης

Πολλές ευχαριστίες στο Γιάννη και στους 13 ακόμα που κάνουμε παρέα, έστω και ηλεκτρονικά.

Ελπίζω ότι οι μικρές ιστορίες μας θα σας πουν κάτι.

Υ.Γ. Πολλοί με ρωτάτε γιατί “δήγμα” και όχι “δείγμα”. Θα βρείτε την απάντηση στην εισαγωγή του βιβλίου. Καλή ανάγνωση.

————

Το συλλογικό e-book “Δήγμα Γραφής” κέρδισε το Α’ Βραβείο  στην κατηγορία “Συγγραφικό έργο 2011″ των Ελληνικών Βραβείων Διαδικτύου “e-awards 2012″

Φιαλίδιον με ήχο συνωμοτικό. Ενταύθα.

June 25th, 2010 § 0 comments § permalink

READ IT IN ENGLISH

Ταπεινώς, για τη λογοτεχνική εβδομάδα της Καλύβας
25 Ιουνίου 2010

Έφτασε ένα πρωινό Σαββάτου με το ταχυδρομείο. Χωρίς διεύθυνση αποστολέα. Ένα πακέτο τυλιγμένο σε καφέ χαρτί και σπάγκο.

Η λεπτομέρεια του φάνηκε σημαντική.

Με σπάγκο.

Το κουτί μέσα ήταν ξύλινο, ίσως λίγο άκομψο και παλιομοδίτικο, πάντως καλοφτιαγμένο. Και μέσα στο κουτί, να το αγκαλιάζει το βελούδο, το μπουκάλι με το κοκκινωπό υγρό. Άνοιξε τη φιάλη προσεκτικά, λεπτοδουλεμένο πώμα από ασήμι που άνοιγε και έκλεινε με έναν ήχο μικρό και συνωμοτικό. Μύρισε διστακτικά το υγρό, κάτι του θύμιζε, ίσως φράουλες. Τη δεύτερη φορά νόμιζε κρίνα αλλά την τρίτη φορά πάλι άλλαξε γνώμη. Κανέλα; Πορτοκάλι;

Στην αρχή το πήρε για αστείο. Περίμενε να τον πλησιάσει κάποιος εύθυμος φίλος και να ομολογήσει την αποστολή. Άρχισε να διηγείται την ιστορία με τη μικρή φιάλη και το πακέτο χωρίς αποστολέα αλλά κανείς δεν έδειχνε την παραμικρή διάθεση να παραδεχτεί ότι το είχε στείλει. Αντιθέτως, κάποιοι μάλιστα τον συμβούλεψαν να το πετάξει, ποτέ δεν ξέρεις, ίσως κάποιος τρελός δολοφόνος που στέλνει τυχαία δηλητήριο.

Όταν οι αναζητήσεις του στο Διαδίκτυο δεν τον έβγαλαν πουθενά πέρασε από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες της πόλης. Ρώτησε παλιούς καθηγητές και πήγε ένα δείγμα από το κοκκινωπό υγρό σε ένα φίλο του που δούλευε σε εργαστήριο. Κανένας δεν μπορούσε να του πει με βεβαιότητα τί περιέχει το φιαλίδιο ή έστω τί θα μπορούσε να είναι.

Σκέφτηκε να το δοκιμάσει. Μια δυο φορές κατάφερε να το φέρει στα χείλη του αλλά το χέρι του έτρεμε τόσο που αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι δεν είχε τα κότσια. Έπιασε τον εαυτό του στον καθρέφτη, το φιαλίδιο στο ακόμα τρεμάμενο χέρι, το πρόσωπο του σα ‘να ‘χε χάσει κάπως το χρώμα του. Έκλεισε το κουτί προσεκτικά.

***

Έφτασε ένα πρωινό Τετάρτης με το ταχυδρομείο. Εκείνος ήταν στη δουλειά. Χωρίς διεύθυνση αποστολέα. Ένας φάκελος λευκός και η διεύθυνση του γραμμένη με κόκκινο μελάνι.

Η λεπτομέρεια του φάνηκε σημαντική.

Με κόκκινο μελάνι.

Δεν σκέφτηκε ότι μπορεί να υπάρχει σχέση με εκείνη την άλλη αποστολή, τόσα χρόνια πριν, με το πακέτο τυλιγμένο με καφέ χαρτί, γιατί είχε πασχίσει πολύ να το ξεχάσει. Τον πρώτο καιρό είχε αφήσει το κουτί πάνω στο τραπέζι του σαλονιού αλλά η αποτυχία του και η ανάμνηση του κάθιδρου μετώπου του τον απογοήτευε κάθε μέρα. Έβαλε το κουτί στη βιβλιοθήκη και έκανε σα να το ξέχασε, κι ας ένιωθε καμιά φορά άβολα όταν γύριζε τη πλάτη του στα ράφια για να δει τηλεόραση.

Ο φάκελος είχε μέσα μια κάρτα, χαρτί όχι ακριβώς άσπρο και μία μπορντούρα ανάγλυφη χρυσαφί. Με κόκκινο μελάνι, μέσα στη μέση, με γράμματα μάλλον καλλιγραφικά δύο λέξεις.

“Πολύ αργά”

Στάθηκε στο χολ κοιτώντας την κάρτα για ώρα.

Μέχρι που το σώμα του ανατινάχτηκε προς το σαλόνι – σχεδόν μόνο του – για να αντικρίσει στη βιβλιοθήκη το κενό ανάμεσα στα δύο βιβλία.

***

Δεν έχει άλλο η ιστορία. Ποιο τέλος; Δεν στα έχουν μάθει σωστά, οι ιστορίες δεν έχουν τέλος. Είναι μόνο έτσι, ιστορίες. Αν θέλεις τέλος τότε έπρεπε να μου ζητήσεις να σου πω ένα παραμύθι.

Εγώ βέβαια δε λέω παραμύθια.

Μόνο γραφιάς είμαι, να δες, έχουν κηλίδες τα χέρια μου.

Από κόκκινο μελάνι.

Μάλλον μελάνι δηλαδή.

Έλα λίγο πιο κοντά να δεις και μόνος σου.

 

Δημοσιεύθηκε στο blog Η Καλύβα Ψηλά στο Βουνό
25 Ιούνη 2010

READ IT IN ENGLISH

Στην αιώνια Ερημιά και Γειτονιά του κέντρου

December 4th, 2007 § 0 comments § permalink

Στα Εξάρχεια, στην αιώνια Ερημιά και Γειτονιά του κέντρου, μάθαμε τί σημαίνει ζωή και πόλη και μεθύσι. Αν το μάθαμε φέτος, αν το μάθαμε πριν από 40 χρόνια – ίδιο το αποτέλεσμα στις εφηβικές και νεανικές μας μνήμες. Δεν είναι το Φλοράλ τα Εξάρχεια – πώς να χωρέσεις μια ιστορία ολόκληρη στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας; – είναι όμως ένα από τα σημεία αναφοράς, είναι το όνομα στα ραντεβού μας. «Θα σε δω στο Φλοράλ…»

Ποιός έζησε το Φλοράλ πιο πολύ; Εκείνος που κάθησε στις καρέκλες του κάθε μέρα; Εκείνος που έδωσε εκεί το πρώτο του φιλί; Εκείνος που έγραψε συνθήματα στους τοίχους; Εκείνος που χώρισε με την σερβιτόρα του Φλοράλ να περιμένει να πληρωθεί; Εγώ κι εσύ που βρεθήκαμε κάποτε εκεί, να κοιταζόμαστε από μακριά και η θύελλα των Εξαρχείων ακόπαστη γύρω μας;

Πάει και το Φλοράλ… ακούω τους παλιούς να λένε. Έγιναν και τα Εξάρχεια προτεκτοράτο των δήθεν περιοχών, με σκυλοσουξεδάκια στα μεγάφωνα και φραπουτσίνο. Πάει και το Φλοράλ… ακούω τους νεότερους να λένε – προσπαθώντας να πείσουν και τους εαυτούς τους ότι συμμετείχαν στην τελευταία θρυλική εποχή της πλατείας. Πάει και το Φλοράλ… ακούω τους νοσταλγικούς να λένε. Το έφαγαν κι αυτό οι εποχές, όπως έφαγαν τα μικρά καφέ, τους φοιτητές με τις κιθάρες, τις βόλτες στα ήσυχα στενά.

Μέσα από την ομίχλη της απόστασης όμως – και σε χιλιόμετρα και σε χρόνια – ακούω τον εαυτό μου να λέει: Και πού να πάει το Φλοράλ; Ο καθένας μας έχει το δικό του Φλοράλ. Η νοσταλγία σε πιάνει όταν βλέπεις τις αλλαγές σε μια περιοχή που έζησες. Μόνο που τα Εξάρχεια δεν ήταν ποτέ περιοχή. Ακόμα κι όταν ζούσαμε εκεί. Τα Εξάρχεια, το Φλοράλ, τα μέρη τα δικά μας ήταν, είναι και θα είναι – πάντα και μόνο Μνήμη.

 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, 06 Δεκεμβρίου 2007
και στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 07 Δεκεμβρίου 2007 

 

Where Am I?

You are currently browsing entries tagged with συμμετοχή at Sofia's Little Stories.