Φιαλίδιον με ήχο συνωμοτικό. Ενταύθα.

June 25th, 2010 § 0 comments § permalink

READ IT IN ENGLISH

Ταπεινώς, για τη λογοτεχνική εβδομάδα της Καλύβας
25 Ιουνίου 2010

Έφτασε ένα πρωινό Σαββάτου με το ταχυδρομείο. Χωρίς διεύθυνση αποστολέα. Ένα πακέτο τυλιγμένο σε καφέ χαρτί και σπάγκο.

Η λεπτομέρεια του φάνηκε σημαντική.

Με σπάγκο.

Το κουτί μέσα ήταν ξύλινο, ίσως λίγο άκομψο και παλιομοδίτικο, πάντως καλοφτιαγμένο. Και μέσα στο κουτί, να το αγκαλιάζει το βελούδο, το μπουκάλι με το κοκκινωπό υγρό. Άνοιξε τη φιάλη προσεκτικά, λεπτοδουλεμένο πώμα από ασήμι που άνοιγε και έκλεινε με έναν ήχο μικρό και συνωμοτικό. Μύρισε διστακτικά το υγρό, κάτι του θύμιζε, ίσως φράουλες. Τη δεύτερη φορά νόμιζε κρίνα αλλά την τρίτη φορά πάλι άλλαξε γνώμη. Κανέλα; Πορτοκάλι;

Στην αρχή το πήρε για αστείο. Περίμενε να τον πλησιάσει κάποιος εύθυμος φίλος και να ομολογήσει την αποστολή. Άρχισε να διηγείται την ιστορία με τη μικρή φιάλη και το πακέτο χωρίς αποστολέα αλλά κανείς δεν έδειχνε την παραμικρή διάθεση να παραδεχτεί ότι το είχε στείλει. Αντιθέτως, κάποιοι μάλιστα τον συμβούλεψαν να το πετάξει, ποτέ δεν ξέρεις, ίσως κάποιος τρελός δολοφόνος που στέλνει τυχαία δηλητήριο.

Όταν οι αναζητήσεις του στο Διαδίκτυο δεν τον έβγαλαν πουθενά πέρασε από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες της πόλης. Ρώτησε παλιούς καθηγητές και πήγε ένα δείγμα από το κοκκινωπό υγρό σε ένα φίλο του που δούλευε σε εργαστήριο. Κανένας δεν μπορούσε να του πει με βεβαιότητα τί περιέχει το φιαλίδιο ή έστω τί θα μπορούσε να είναι.

Σκέφτηκε να το δοκιμάσει. Μια δυο φορές κατάφερε να το φέρει στα χείλη του αλλά το χέρι του έτρεμε τόσο που αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι δεν είχε τα κότσια. Έπιασε τον εαυτό του στον καθρέφτη, το φιαλίδιο στο ακόμα τρεμάμενο χέρι, το πρόσωπο του σα ‘να ‘χε χάσει κάπως το χρώμα του. Έκλεισε το κουτί προσεκτικά.

***

Έφτασε ένα πρωινό Τετάρτης με το ταχυδρομείο. Εκείνος ήταν στη δουλειά. Χωρίς διεύθυνση αποστολέα. Ένας φάκελος λευκός και η διεύθυνση του γραμμένη με κόκκινο μελάνι.

Η λεπτομέρεια του φάνηκε σημαντική.

Με κόκκινο μελάνι.

Δεν σκέφτηκε ότι μπορεί να υπάρχει σχέση με εκείνη την άλλη αποστολή, τόσα χρόνια πριν, με το πακέτο τυλιγμένο με καφέ χαρτί, γιατί είχε πασχίσει πολύ να το ξεχάσει. Τον πρώτο καιρό είχε αφήσει το κουτί πάνω στο τραπέζι του σαλονιού αλλά η αποτυχία του και η ανάμνηση του κάθιδρου μετώπου του τον απογοήτευε κάθε μέρα. Έβαλε το κουτί στη βιβλιοθήκη και έκανε σα να το ξέχασε, κι ας ένιωθε καμιά φορά άβολα όταν γύριζε τη πλάτη του στα ράφια για να δει τηλεόραση.

Ο φάκελος είχε μέσα μια κάρτα, χαρτί όχι ακριβώς άσπρο και μία μπορντούρα ανάγλυφη χρυσαφί. Με κόκκινο μελάνι, μέσα στη μέση, με γράμματα μάλλον καλλιγραφικά δύο λέξεις.

“Πολύ αργά”

Στάθηκε στο χολ κοιτώντας την κάρτα για ώρα.

Μέχρι που το σώμα του ανατινάχτηκε προς το σαλόνι – σχεδόν μόνο του – για να αντικρίσει στη βιβλιοθήκη το κενό ανάμεσα στα δύο βιβλία.

***

Δεν έχει άλλο η ιστορία. Ποιο τέλος; Δεν στα έχουν μάθει σωστά, οι ιστορίες δεν έχουν τέλος. Είναι μόνο έτσι, ιστορίες. Αν θέλεις τέλος τότε έπρεπε να μου ζητήσεις να σου πω ένα παραμύθι.

Εγώ βέβαια δε λέω παραμύθια.

Μόνο γραφιάς είμαι, να δες, έχουν κηλίδες τα χέρια μου.

Από κόκκινο μελάνι.

Μάλλον μελάνι δηλαδή.

Έλα λίγο πιο κοντά να δεις και μόνος σου.

 

Δημοσιεύθηκε στο blog Η Καλύβα Ψηλά στο Βουνό
25 Ιούνη 2010

READ IT IN ENGLISH

Στην αιώνια Ερημιά και Γειτονιά του κέντρου

December 4th, 2007 § 0 comments § permalink

Στα Εξάρχεια, στην αιώνια Ερημιά και Γειτονιά του κέντρου, μάθαμε τί σημαίνει ζωή και πόλη και μεθύσι. Αν το μάθαμε φέτος, αν το μάθαμε πριν από 40 χρόνια – ίδιο το αποτέλεσμα στις εφηβικές και νεανικές μας μνήμες. Δεν είναι το Φλοράλ τα Εξάρχεια – πώς να χωρέσεις μια ιστορία ολόκληρη στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας; – είναι όμως ένα από τα σημεία αναφοράς, είναι το όνομα στα ραντεβού μας. «Θα σε δω στο Φλοράλ…»

Ποιός έζησε το Φλοράλ πιο πολύ; Εκείνος που κάθησε στις καρέκλες του κάθε μέρα; Εκείνος που έδωσε εκεί το πρώτο του φιλί; Εκείνος που έγραψε συνθήματα στους τοίχους; Εκείνος που χώρισε με την σερβιτόρα του Φλοράλ να περιμένει να πληρωθεί; Εγώ κι εσύ που βρεθήκαμε κάποτε εκεί, να κοιταζόμαστε από μακριά και η θύελλα των Εξαρχείων ακόπαστη γύρω μας;

Πάει και το Φλοράλ… ακούω τους παλιούς να λένε. Έγιναν και τα Εξάρχεια προτεκτοράτο των δήθεν περιοχών, με σκυλοσουξεδάκια στα μεγάφωνα και φραπουτσίνο. Πάει και το Φλοράλ… ακούω τους νεότερους να λένε – προσπαθώντας να πείσουν και τους εαυτούς τους ότι συμμετείχαν στην τελευταία θρυλική εποχή της πλατείας. Πάει και το Φλοράλ… ακούω τους νοσταλγικούς να λένε. Το έφαγαν κι αυτό οι εποχές, όπως έφαγαν τα μικρά καφέ, τους φοιτητές με τις κιθάρες, τις βόλτες στα ήσυχα στενά.

Μέσα από την ομίχλη της απόστασης όμως – και σε χιλιόμετρα και σε χρόνια – ακούω τον εαυτό μου να λέει: Και πού να πάει το Φλοράλ; Ο καθένας μας έχει το δικό του Φλοράλ. Η νοσταλγία σε πιάνει όταν βλέπεις τις αλλαγές σε μια περιοχή που έζησες. Μόνο που τα Εξάρχεια δεν ήταν ποτέ περιοχή. Ακόμα κι όταν ζούσαμε εκεί. Τα Εξάρχεια, το Φλοράλ, τα μέρη τα δικά μας ήταν, είναι και θα είναι – πάντα και μόνο Μνήμη.

 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, 06 Δεκεμβρίου 2007
και στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 07 Δεκεμβρίου 2007 

 

Στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων

January 30th, 2007 § 0 comments § permalink

Στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων η μουσική παίζει τις νύχτες – οι παλιές αγάπες αναβιώνουν – οι στίχοι γράφονται στους τοίχους… για ένα βράδυ, μόνο για ένα βράδυ ο καθένας, στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων.

Πώς έφτασες δεν είναι σίγουρο, μόνο κοιτάς αφηρημένα το κορίτσι που σου προτείνει τα κλειδιά για κάποιο δωμάτιο που δε θυμάσαι να ζήτησες.
- Σας έβαλα στο 201.
Και σου κλείνει το μάτι συνωμοτικά. Τα χείλη της – συνειδητοποιείς καθώς απομακρύνεσαι από τη ρεσεψιόν – δεν άνοιξαν ποτέ. Διατήρησαν το σχήμα τους – σαν κόκκινη λεπτή γραμμή – το σύνορο μεταξύ Κόλασης και Παράδεισου – από την πρώτη ματιά μέχρι την τελευταία. Κι όμως θυμάσαι τον αριθμό του δωματίου ξεκάθαρα και τη φωνή της ν’ αντηχεί στ αυτιά σου.

Πριν βάλεις το κλειδί στην πόρτα – μπρούτζινα γράμματα που αντανακλούν στο φως του διαδρόμου – νιώθεις το παιδί με τις βαλίτσες πίσω σου. Έφερες βαλίτσες; Από πού; Καθώς του δίνεις ένα μικρό φιλοδώρημα – ό,τι βρήκες στις τσέπες του παντελονιού σου – σε ενημερώνει επί του ορόφου

- Απέναντι σας μένει πάντα ο Τζιμ Μόρισον. Δεν δίνουμε ποτέ το δωμάτιό του σε επισκέπτες. Τους ενοχλεί, ξέρετε, όλη νύχτα απαγγέλλει ποιήματα. Αν δεν μπορέσετε να κοιμηθείτε ειδοποιήστε τη ρεσεψιόν σας παρακαλώ.

Τον ευχαριστείς με ένα νεύμα – αβέβαιος πώς μπορείς να απαντήσεις.

Παρακολουθείς τα πάντα μουδιασμένα, από μια σκοτεινή γωνία – κρυμμένη κάπου στις πτυχές της δειλής σου ύπαρξης. Ακόμα και τον εαυτό σου που κλείνει την πόρτα απαλά. Κρυφοκοιτάς το σκουρόχρωμο κορμί, τον τρόπο που περπατάς κάπως σκυφτός, κάπως όρθιος – ενδιάμεσα. «Η ζωή σου κρίθηκε στα ημίμετρα», σιγοτραγουδάει το χαιρέκακο κομμάτι σου καθώς ανοίγεις τις κουρτίνες και χαζεύεις ένα δάσος σκοτεινό, ριγμένο κάπως άτακτα πέρα από τις μαρμάρινες αυλές και το μισογεμάτο σιντριβάνι. Τα βατράχια στήνουν χορό στα ξεχασμένα νερά.

Στο τραπέζι περιμένει ένας δίσκος με φαγητό – μήπως το παράγγειλες και δεν το θυμάσαι; Δεν πεινάς, πείθεις τον εαυτό σου, και μπαίνεις στο μπάνιο. Στον καθρέφτη, το κορμί σου φαίνεται θολό μέσα από τους υδρατμούς, κι αυτή την ουλή στο στήθος σου δεν τη θυμάσαι καθόλου. Περνάς τα δάχτυλα σου πάνω από το ροζ σημάδι, από το λαιμό σου, στη θηλή σου, στα πλευρά σου, μία γραμμή λεπτή – πολύ λεπτή – όπως τα χείλη του κοριτσιού στη ρεσεψιόν – το σύνορο μεταξύ Κόλασης και Παράδεισου.

Στάλες νερό στολίζουν το χαλί καθώς τινάζεις τα μαλλιά σου πίσω. Στον καθρέφτη ρίχνεις μια φευγαλέα ματιά και καθώς έρχεται το αναμενόμενο χτύπημα στην πόρτα σηκώνεις το αριστερό σου φρύδι…. «Στα ημίμετρα!» – ψιθυρίζει το επίμονο κομμάτι σου καθώς βάζεις το χέρι σου στο πόμολο και το γυρνάς αργά.

Το χέρι της είναι ακόμα στον αέρα, το στόμα της είναι μισάνοιχτο – επιτέλους ένας κύκλος παρά μια κόκκινη γραμμή – και τα μάτια της κοκκινίζουν σχεδόν αστραπιαία. Αυτόματα θυμάσαι, βγαίνεις σαν μισοπνιγμένος από την ομίχλη και βάζεις το χέρι σου στο στόμα της.
- Χωρίς ονόματα. Αν το πεις χάθηκα.
Και την τραβάς μέσα… «Σαν εραστής σε κακοπαιγμένη ταινία», φωνάζει το κομμάτι σου που παρακολουθεί με μανία.

Στα λινά σεντόνια το δέρμα της είναι ακόμα το ίδιο τρυφερό, το ίδιο σκούρο, το ίδιο… με το δικό σου. Κλαίει ονειρικά στην αρχή, κυλάνε αλμυρά δάχτυλα στον τρυφερό λαιμό της. Χωρίς κουβέντα – την κρατάς αγκαλιά από πίσω, σαν παιδί, την ασφαλίζεις ανάμεσα στα πόδια σου και δένεις τα χέρια σου μπροστά στο στήθος της.

Τη γαμάς απλά και γρήγορα. Δεν υπήρχε άλλωστε ποτέ καλύτερο κρεβάτι μεταξύ σας. Και τραβάς νοητή γραμμή κάτω από την πρόταση. Ποτέ καλύτερο κρεβάτι. Γραμμή. Λεπτή και κόκκινη – το σύνορο μεταξύ Κόλασης και Παράδεισου.

Φιλάς τα άγια της δάχτυλα και κλείνεις τα μάτια της με το χέρι σου, καθώς κοιμάται. Τα τσιγάρα είναι στην τσέπη σου – δεν είχες σκεφτεί το κάπνισμα μέχρι τώρα – και ο αναπτήρας αφημένος σε ένα από τα τραπεζάκια του δωματίου. Ανοίγεις την πόρτα αλλά δεν κοιτάς πίσω – ξέρεις, πολύ βαθιά και πολύ σίγουρα, ότι το κορμί δεν είναι πια εκεί αν και η μυρωδιά παραμένει.

Στέκεσαι στο παράθυρο του διαδρόμου, τα φώτα κάπως χαμηλωμένα και, καθώς ο καπνός σου στροβιλίζει στον αέρα, οι μπότες του Τζιμ Μόρισον αντηχούν στο διάδρομο και η φωνή του μελωδικά διώχνει το φως. Από τις σκιές του διαδρόμου σε ρωτάει νυσταγμένα:
- Ακόμα εδώ;
- Ακόμα.
- Ήρθε;
- Κι έφυγε ήδη.

Απλώνει το χέρι του μέσα από το σκοτάδι και σε χτυπάει στον ώμο.

Σηκώνεις το τσιγάρο στα χείλη σου και η μυρωδιά της – που έχει μείνει στα δάχτυλά σου – εισβάλει βίαια και γρήγορα και ανατινάζει το σώμα σου.

- Είναι κρίμα που δεν γράφεις μουσική – ψιθυρίζει ο Τζιμ Μόρισον από τις σκιές – ίσως να περνούσε ο καιρός γρηγορότερα, κι απομακρύνεται απαγγέλλοντας το Shaman’s Blues.

Εσύ, ο Τζιμ Μόρισον και ο Μαρά – γεμάτοι ουλές που έκλεισαν εδώ και χρόνια, μόνιμοι κάτοικοι στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων. Ο Τζιμ δέχτηκε την επίσκεψηήτου πολύ πριν φτάσεις και δεν μιλάει ποτέ γι αυτήν. Ο Μαρά σου είπε μια νύχτα μεθυσμένος ότι ο επισκέπτης άφησε καινούριες ουλές στον τρυφερό Καλιφορνέζο ποιητή. Άλλες λεπτομέρειες δεν έμαθες. Ο Μαρά ακόμα περιμένει τη δική του – αιώνες μετά. Υποπτεύεσαι καμιά φορά, τις λευκές νύχτες της ανίας, ότι η επίσκεψή του ήρθε και πέρασε αιώνες πριν ενώ αυτός χασομερούσε κάπου πνιγμένος στο ποτό και τις τύψεις.

Όλοι οι άλλοι περνάνε και φεύγουν. Άλλοι μια νύχτα, άλλοι δύο. Εσύ σταμάτησες να μετράς εδώ και καιρό. Περίμενες χωρίς αιτία, μπεκρόπινες με τους ποιητές της επανάστασης και συζητούσες στίχους και γυναίκες με την ίδια απάθεια.

Τώρα που ήρθε κι έφυγε η επίσκεψή σου – σε μια στιγμή κατάλαβες, σε μια στιγμή απόκτησες, σε μια στιγμή έχασες. Θα περιμένεις. Εσύ… επισκέπτης στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων. Μόνιμος κάτοικος. Στο μεταίχμιο, στο μεταξύ, στο ημίμετρο. Στη λεπτή και κόκκινη γραμμή – το σύνορο μεταξύ Κόλασης και Παράδεσου.

Στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων η μουσική παίζει τις νύχτες – οι παλιές αγάπες αναβιώνουν – οι στίχοι γράφονται στους τοίχους… για ένα βράδυ, μόνο για ένα βράδυ ο καθένας, στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων.

——————————————————–

Ετέθη επί χάρτου εν Λονδίνο την 30η του Ιανουαρίου, το σωτήριον έτος 2007. Ετέθη επί ψυχής εν Μεταίχμιον – όσοι επήγαν ξεύρουν.
Σοφία

 

Δημοσιεύθηκε στο blog Φιλοξενείο
24 Φλεβάρη 2007

Διορθώσεις: Ιούνιος 2012 

Where Am I?

You are currently browsing the little stories in Greek category at Sofia's Little Stories.

  • ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΔΩΡΕΑΝ EBOOK

  • Enter your email address to subscribe to this blog and receive notifications of new posts by email.